Παρασκευή, Ιουνίου 03, 2005

Νο 11

Με πήρε με τη νέα του μηχανή και πήγαμε βόλτα στο Καραμπουρνάκι. Σκοτάδι, εδώ κι εκεί σταματημένα γιώτα-χι, απέναντι η σεισμόπληχτη Θεσσαλονίκη. Παντού αγκάθια. Προχωρήσαμε σε κάτι χαλασμένα τσιμέντα. Εδώ, πριν λίγα χρόνια, ήταν το λαϊκό ξενυχτάδικο "Καλαμάκι". Ακόμα υπήρχε η στραπατσαρισμένη πίστα και το πάλκο για τα όργανα. Εδώ είχαν παίξει ο Τσιτσάνης και ο Μάρκος, εδώ είχα δει από τα σύρματα τη Γιώτα Λύδια να τραγουδάει την "Παρανομία".

Σκέφτηκα: "Μόνο ο έρωτας ξέρει να εκμεταλλεύεται τα χαλάσματα. Και ξαπλώσαμε πάνω στο ζεστό τσιμέντο, εκεί που κάποτε είχαν ακουστεί τα πιο λυπητερά τραγούδια της αγάπης.

Ντίνος Χριστιανόπουλος - "Στο Καραμπουρνάκι" από τη Νεκρή Πιάτσα. (Ιανός)

3 σχόλια:

κ.σ. είπε...

ΝΕΚΡΗ ΠΙΑΤΣΑ

Συνηθισμένοι από χρόνια να βολεύομε τη φτώχια μας στα πεζοδρόμια, δεν καταλάβαμε για πότε νεκρώθηκαν οι πιάτσες' πού εξαφανίστηκαν οι άνθρωποι που μας τριγύριζαν' τι έγιναν ακόμα και οι αδερφές που μας κουτσομπόλευαν. Και όμως όλα άλλαξαν μέσα σε λίγα χρόνια. Οι καφετέριες αχρήστεψαν τα πάρκα. Η τηλεόραση άδειασε τους σινεμάδες. Τα θηλυκά έγιναν πέντε στον παρά. Τα τεκνά, ματσωμένα. Τα φαντάρια, σπιτωμένα. Η ρόδα, ο μπερντές και το μαλλί μας έβγαλαν νοκ άουτ.

Καλώς ή κακώς, δε μπορέσαμε να προσαρμοστούμε στη νέα κατάσταση. Μείναμε ισόβιοι φτωχομπινέδες, τα τελευταία σκουλήκια ενός βούρκου που κοντεύει να ξεραθεί, οι τελευταίοι μιας πιάτσας που την εξόντωσε η ευμάρεια.

Θε μου, συχώρα με, μεγάλο λόγο θα πω: Μόνο μια νέα καταστροφή θα μας χορτάσει και πάλι, μόνο μια νέα αναστάτωση θα ζωντανέψει τις νεκρές πιάτσες.

Nτίνος Χριστιανόπουλος

κ.σ. είπε...

Η προσφορά του Ντίνου Χριστιανόπουλου εκτείνεται-πέρα από την ποίηση και την κριτική-, στην αρχαιολογία στη δοκιμιογραφία, στην συγγραφή πεζών, στη μουσική. Η γλώσσα του αναγνωρίσιμη, λιτή, απροσχημάτιστη, καίρια, μουσική, ακόμα και στα πεζά του κείμενα, σκάβει βαθιά μέσα του αλλά και γύρω, βγάζοντας στην επιφάνεια ό,τι τον αηδιάζει και τον πονά, χωρίς ωστόσο να καταλήγει σε μια απαισιόδοξη ή μηδενιστική αντίληψη του κόσμου.
[...]
Εκείνο που κυριαρχεί στο έργο του, όπως και στη ζωή του, είναι η διαρκής αναζήτηση, η διαρκής άσκηση σε νέες φόρμες, αλλά και η επίμονη επιστροφή στα ίδια (κυρίως όσον αφορά στη θεματολογία). Κινούμενος από μιαν εσώτερη ανάγκη που αγνοεί επιδεικτικά τους νόμους της αγοράς και την «πνευματική μόδα», κατορθώνει κι επιβάλλει τις επιλογές του, ζώντας και δημιουργώντας, χρόνια τώρα, μ’ έναν τρόπο αντισυμβατικό, «ρεμπέτικο» όπως θα έλεγε κι ο ίδιος.

Σίσσυ Αθανασοπούλου, από τον δικτυακό τόπο του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας, για την υποστήριξη του έργου των διδασκόντων την ελληνική στα Πανεπιστήμια του εξωτερικού - (Φρυκτωρίες: http://www.komvos.edu.gr/fryktories/index.php)

κ.σ. είπε...

Ο αντισυμβατικός τρόπος με τον οποίο λειτουργέι ο Ντίνος Χριστιανόπουλος,(και στον στον οποίο αναφέρεται το παραπάνω κείμενο*), πέρα από τη γνωστή στάση του, αποτυπώνεται και στο έργο του.

Όπως γίνεται και στο «Ανθρωπάκι» από την Νεκρή πιάτσα:

Το ξέρω πως με εκτιμάς, όμως στο περιοδικό σου συνεργασία δε μου ζήτησες’ στην ανθολογία σου δε με συμπεριέλαβες’ στις κριτικές σου και στις συνεντεύξεις σου δε με ανέφερρες’ σε κάποιον ξένο που σε ρώτησε για μένα, έκανες πως δε με ήξερες. Αν όμως σου είχα γράψει κολακευτικά, τι διαφορετική που θα ήταν η στάση σου!
Τότε και συνεργασία θα μου ζήταγες’ και κριτική θα μου έγραφες’ και στη συνέντευξή σου θα με ανάφερνες’ και σ’ όποιον ξένο σε ρωτούσε, θα του μιλούσες με τα καλύτερα λόγια για μένα. Λοιπόν, για να τελειώνουμε, δε με νοιάζει τι γνώμη έχεις εσύ για μένα, αλλά τι γνώμη έχω εγώ για σένα – και την ξέρεις πολύ καλά, ανθρωπάκι.

* Όπως σημειώνει η Σίσσυ Αθανασοπούλου, το κείμενο της προηγούμενης καταχώρησης δημοσιεύτηκε στα ιταλικά είχε προορισμό ένα κοινό «που αγνοεί παντελώς ή γνωρίζει ελάχιστα την σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία».

(Η Σίσσυ Αθανασοπούλου διδάσκει Ελληνική γλώσσα και πολιτισμό στο Πανεπιστήμιο Suor Orsola Benicasa, της Napoli)